Αρχική > Uncategorized > “Αφθονία” και οι σύγχρονες όψεις της απανθρωποίησης ……..

“Αφθονία” και οι σύγχρονες όψεις της απανθρωποίησης ……..

Σεπτεμβρίου 1, 2011 Σχολιάστε Go to comments

Ο Καθηγητής κ. Β. Φίλιας

Από το σπουδαίο σύγγραμμα του Καθηγητή και Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Βασίλη Φίλια, “Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις” [εκδοτικό ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, έκδοση 1997, σελίδες 127-141`]

    Εκείνο, που, δυστυχώς, για πολλούς λόγους δεν έχουμε συνειδητοποιήσει, είναι η ανάγκη για την κατάκτηση και τη διατήρηση μιας υψηλής ποιότητας ζωής. Επειδή μπήκαμε αργά στον κόσμο της τεχνικής κι αποκτήσαμε καθυστερημένα ό,τι αγαθά αυτός εξασφαλίζει, είναι αναπόφευκτο και δικαιολογημένο να πέφτουμε σε μια σειρά από συγχύσεις.
Η βασικότερη σύγχυση είναι ότι πιστεύουμε ότι το αυτο­κίνητο, η τηλεόραση, οι χίλιες δυο ηλεκτρικές συσκευές μας εξασφαλίζουν ποιότητα ζωής.
Τώρα, που η δίψα γι΄ αυτά τα πράγματα έχει σε μεγάλο βαθμό ικανοποιηθεί κι άρχισαν να εμφανίζονται σημάδια κο­ρεσμού, είμαστε υποχρεωμένοι ν’ αναθεωρήσουμε τις αντιλήψεις μας αυτές.
Τα αντικείμενα, οι επιτεύξεις της τεχνολογίας αποτελούν προϋποθέσεις για μια ανώτερη ποιότητα ζωής όταν και εφ’ όσον χρησιμοποιούνται ορθολογικά και προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των όρων ζωής ώστε να μένει στον άνθρωπο και περισσότερος χρόνος και καλύτερη διάθεση για ν’ ασχο­ληθεί με κάτι ουσιαστικότερο. Από τη στιγμή όμως, που χω­ρίς να το καταλαβαίνουμε υποδουλωνόμαστε στ’ αντικείμενα κι υπάρχουμε γι’ αυτά, η ζωή μας φτωχαίνει, δεν πλουτίζει. Καταντάμε να ζούμε με το άγχος της απόκτησης πραγμάτων και φυραίνουν οι ανθρώπινες σχέσεις μας, εξαφανίζονται σιγά-σιγά πολύτιμες ανθρώπινες αξίες, εκφράσεις και εκδηλώ­σεις, που αυτές και μόνο αυτές, δίνουν τη βάση και το θεμέλιο για την ανάπτυξη μιας ανώτερης ποιότητας ζωής. Ακριβώς γι’ αυτό συμβαίνει σήμερα, που έχουμε τόσα και τόσα πράγματα που μας έλειπαν στο παρελθόν, να πλήττουμε όσο ποτέ, να είμαστε τόσο αδιάφοροι, τόσο αλλοτριωμένοι, τόσο αποξενωμένοι ο ένας από τον άλλο. Ακριβώς γι’ αυτό συμβαίνει η ευημερία μας να μην συνοδεύεται με αντί­στοιχη, πνευματική ανάπτυξη και ψυχική ολοκλήρωση. Ακριβώς γι’ αυτό συμβαίνει να αποδυναμώνεται και φθείρεται ό,τι δεν είναι στενά ατομικό και κάθε μορφή γνήσιας και αυθόρμητης συλλογικότητας έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι ότι οι ηγεσίες και πριν απ’ όλα ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος διαμορφωτής της δημόσιας ζωής, δηλαδή το κράτος, αφήνει τα πράγματα να τραβάνε το δρόμο τους στην τύχη, χωρίς καμιά σύλληψη του μελλοντικού, χωρίς κατευθυντήριο γνώμονα, χωρίς αντίληψη για την πορεία του έθνους. Το κράτος, που θα έπρεπε να απο­τελεί την ενσάρκωση ορισμένων συλλογικών συμφερόντων και προτεραιοτήτων, δίνει το παράδειγμα φαυλότητας, εκμαυ­λισμού και ασυναρτησίας, επιτείνοντας έτσι τη γενική ακαταστασία, το απρογραμμάτιστο και διαλυτικό της σημερινής μας ζωής.
Μας δίνει αλήθεια ο κόσμος αυτός των πάμπολλων αντι­κειμένων, που αγοράζουμε για μας ή χαρίζουμε στους άλλους ή χαρίζουν εκείνοι σε μας μια πλουσιότερη αίσθηση ζωής; Γίνεται η ζωή μας ανθρωπινότερη και ουσιαστικότερη; Επικοι­νωνούμε καλύτερα απ’ ο,τι όταν ο βομβαρδισμός των διαφη­μίσεων και το μαστίγιο της ρεκλάμας δεν είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο τελειότητας ώστε ν’ αγωνιούμε για την απόκτηση πραγμάτων, που είναι πολύ αμφίβολο αν τά ‘χουμε ανάγκη, αν θα τα χρησιμοποιήσουμε ποτέ, αν θα μας δώσουν μια πρόσκαι­ρη έστω υλική ή αισθητική απόλαυση; Έχουμε ποτέ σκεφτεί μέχρι ποιου σημείου έχουμε πάψει να ελέγχουμε τη ζωή μας και να τη διαμορφώνουμε ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες κι επιθυμίες μας; Δεν είναι οι τελευταίες αυτές που κατευ­θύνουν τη ζωή μας, αλλά η ανάγκη του ώριμου καπιταλισμού να επιβιώσει, που μας μεταβάλλει όλο και περισσότερο σε καταναλωτικές  μηχανές. Ο πολύτιμος χρόνος της πεπερασμένης ζωής μας φορτίζεται με το άγχος, όχι πάντοτε της επιβίωσης, που κι αυτό έτσι κι αλλιώς δεν τόχουμε ξεπεράσει, αλλά με την αγωνία για την απόκτηση πραγμάτων περιθωριακών, κακόγουστων και άχρηστων. Ξεγελιόμαστε μέσα στο παιχνίδι της «αφθονίας» και μπαίνουμε στο χορό της σπατάλης όταν ακόμα δεν έχουμε αντιμετωπίσει θεμελιακές αναγκαιότητες της ζωής μας. Με τον τρόπο αυτό χάσαμε και την αίσθηση του βιωμένου πράγμα­τος, πού ‘ναι «δικό μας» γιατί τό ‘ χουμε ζήσει, τ’ αγαπούμε και κάτι μας συνδέει μαζί του.
Το πιο «μοντέρνο» υποτίθεται ότι είναι και το καλύτερο και χίλια δυο παλιά ωραία πράγματα τα παραγκωνίζουμε και τα πετάμε, επειδή δεν ανταποκρίνονται στις τυποποιημένες αξιώσεις, που μας σερβίρει η μαζική βιομηχανική παραγωγή.
Μέσα σε μια φρενίτιδα «νεωτερισμού» ξεχάσαμε την άξια της ανθρώπινης χειρονομίας κι επικοινωνούμε με δώρα, «απο­δεικτικά» των καλών μας αισθημάτων και προθέσεων εκεί, που μια γνήσια επαφή έχει πια εκλείψει. Εκείνο, που τελικά απο­δεικνύουμε είναι βέβαια ότι είμαστε άνθρωποι «φτιαγμένοι» κι «επιτυχημένοι», επομένως σε θέση να κάνουμε δώρα ανάλογα με τη θέση μας.
Άλλο αν γ΄ αυτή την «επιτυχία» δεν μας μένει χρόνος να διαβάσουμε ένα βιβλίο, να χαρούμε ένα λουλούδι, να καλ­λιεργήσουμε μια γλάστρα. Κατάκοποι από τον ανήφορο αυτόν της «επιτυχίας» μαζευόμαστε κάπου όχι για να συζητήσουμε , και να διασκεδάσουμε πραγματικά, αλλά για να θορυβήσουμε μέσα σε μια ατμόσφαιρα φορτσαρισμένης ευθυμίας και ιλαρότητας. Και όταν μαζευόμαστε και πάλι λειτουργούμε μέσα στο κλίμα του υπερκαταναλωτισμού, που μας έχει γίνει δεύτερη φύση. Τρώμε περισσότερο απ’ ό,τι μας χρειάζεται και «γλεντά­με» βαραίνοντας το στομάχι σε βαθμό, που να μην μπορού­με πια να σκεφτούμε, σε σημείο που το μυαλό μας πέφτει σε αφασία. Η σιωπή, η έλλειψη επικοινωνίας απλώνεται ανάμεσα μας όλο και περισσότερο και το κενό που δημιουργείται προσπα­θούμε να το καλύψουμε μ’ έναν ανταγωνισμό καταναλω­τικής επίδειξης κι απλοχεριάς εκεί όπου πραγματική αρχο­ντιά και ουσιαστικός σεβασμός του άλλου έχουν πια χαθεί.
Στεκόμαστε βουβοί και παθητικοί μπροστά στην τηλεό­ραση και δεχόμαστε κάθε ανόητη φαντασμαγορία, κάθε ηλί­θιο φιλμ και κάθε ασυνάρτητο «σόου» σαν ευχαρίστηση. Οι έμποροι του ελεύθερου χρόνου σερβίρουν αποβλακωτικά «υ­περθεάματα», που μας φαίνονται διασκεδαστικά, επειδή ξε­μάθαμε να επικοινωνούμε φυσιολογικά και νιώθουμε την απει­λή της πλήξης και της μοναξιάς να μας κυκλώνει από παντού.
Σημεία των καιρών, ενδεικτικά μιας γιγάντιας πολιτιστικής κρίσης κι ενός γενικευμένου κλίματος παρακμής. Αναμφισβή­τητα, και το τίμημα, που πληρώνει ο καθένας μας ατομικά και η κοινωνία στο σύνολο της είναι πολύ μεγάλο για να μπορέ­σει ν’ αγνοηθεί. Από κάπου πρέπει ν’ αρχίσει η αντίδραση προς αυτή την καθολική πορεία εκχυδαϊσμού και αλλοτρίωσης, που χαρακτηρίζει την εποχή μας.
Οι νέοι και οι σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι η ελπίδα. Οι νέοι, γιατί διατηρούν μέσα τους ζωντανό το όνειρο και τη μεγάλη προσδοκία και δεν έχουν ακόμα παραιτηθεί ούτε συμβιβαστεί και οι σκεπτόμενοι γιατί αρνούνται τη θυσία των γνήσιων ανθρώπινων αξιών στο Μολώχ της καταναλωτικής «ευ­δαιμονίας».
Ναρκωτικά, πορνοφίλμ, πορνοέντυπα, εκχυδαϊστικά πρότυ­πα «επιτυχίας», διαφημιστική ακολασία, αποβλακωτική και πα-θητικοποιητική τηλεόραση, η αποθέωση της βίας, της αποκτή-νωσης και της συναισθηματικής ψυχρότητας σ’ όλους τους τόνους και σ’ όλες τις αποχρώσεις και όλα αυτά στο όνο­μα μιας υποθετικής ελεύθερης, πολυχρωμικής, πολυδιάστατης και πολυφωνικής κοινωνίας, την οποία – προσπαθούν να μας πείσουν -έχουμε το τεράστιο προνόμιο να απολαμβάνουμε. Να απολαμβάνουμε με τίμημα την πνευματική, την ψυχική, αλλά και την σωματική απονέκρωση μεγάλων μερίδων του πληθυ­σμού και βεβαίως της νέας γενιάς, που ζουν ένα εντελώς πλαστό όνειρο «ευτυχίας» και «ηδονής», που τους προσφέ­ρεται «προκάτ», μέσα από χίλιους δυο αγωγούς που τους διαποτίζουν μέχρι το κόκαλο, διαμορφώνοντας μια ψεύτικη συνείδηση κι ακόμα πιο ψεύτικη «ιδεολογία».
Εκφράζουν συμφέροντα αυτοί οι αγωγοί; Μα και βέβαια εκφράζουν συμφέροντα, συμφέροντα μιας οικονομίας, που για να λειτουργήσει και να επιβιώσει έχει απόλυτη ανάγκη από τον καταναλωτικό τύπο ανθρώπου, τον τύπο εκείνο, που συγκεντρώνει όλο το νόημα της ζωής του σε πρότυπα «αφθο­νίας», που του καλλιεργούνται συστηματικά από μια κυριολε­κτικά καταιγιστική διαφήμιση. Μια διαφήμιση ταγμένη να συντηρεί το κέρδος, μαστιγώνοντας την καταναλωτική ζήτηση με κάθε εκμαυλιστικό μέσο. Η τρομακτική αντίφαση έγκειται στο ότι όσο πληρέστερα και υπερχειλικά «ικανοποιείται» το άτομο τόσο περισσότερο υποβαθμίζονται και καταστρέ­φονται τα συλλογικά αγαθά της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα δά­ση χάνονται, οι θάλασσες και τα ποτάμια γίνονται βούρκοι, η ατμόσφαιρα μολύνεται, οι πόλεις γίνονται άξενες, αφόρη­τες, ασφυκτικά πιεστικές. Το άτομο – σουπερκαταναλωτής για να λειτουργήσει «σωστά» στην οικονομία του κέρδους του ύστερου καπιταλισμού πρέπει να «απεκδυθεί» κάθε αντί­ληψη συλλογικού αγαθού.
Η  ομορφιά της ζωής πρέπει να περιοριστεί στην ακόρεστη καταβόθρα ενός καταναλωτικού  και αποκτητικού «πάθους». Όχι το «είναι» της ζωής μας, αλλά το «έχειν», έλεγε ο μεγά­λος Έριχ Φρομ, είναι ο νόμος της ύπαρξης μας στον σύγ­χρονο κόσμο. Οσο διογκώνεται το «έχειν» τόσο συρρικνώ­νεται το «είναι», τόσο λιγότερο ικανοί γινόμαστε να ολοκληρώσουμε την προσωπικότητα μας και να βιώσουμε πολυδιάστατα τη ζωή μας.
Χάνουμε βαθμιαία την επαφή και την αίσθηση της φύ­σης, χάνουμε την επαφή με το σώμα μας, επικοινωνούμε – τι ειρωνεία στην εποχή της γιγάντιας ανάπτυξης των μέσων μα­ζικής επικοινωνίας – όλο και λιγότερο, σκεφτόμαστε όλο και επιδερμικότερα και βεβαίως στη βάση πάντοτε των διαφημιστικο-προπαγανδιστικών υποδειγμάτων.
Ο γραπτός λόγος μας κουράζει, ο προφορικός περιορίζεται μόνο στα απολύτως αναγκαία και καθημερινά, μόνο η εικόνα μας «διευκολύνει» για να καταλάβουμε (;;) τον κόσμο μας. Τι άνετη, αλήθεια, κατάσταση για όσους έχουν κάθε λό­γο να μείνει αναλλοίωτος ο κόσμος που ζούμε!! Το κράτος στο βαθμό που δεν είναι ταυτισμένο με τα πανίσχυρα συμφέροντα, που καθορίζουν το πλάνο της ζωής μας είναι ανίσχυρο να αντιδράσει στην ασύλληπτη πλύση εγκεφάλου, που υφιστά­μεθα νύχτα – μέρα. Πλύση εγκεφάλου, που κάνει εμάς τους ίδιους πράκτορες απογύμνωσης και εκχυδαϊσμού της ζωής μας οτο όνομα της αφθονίας και της υπεραπλουστευτικής ἁναζήτησης.
Κατάλληλα   «ντρεσσαρισμένοι»  εμείς   οι   ίδιοι  γινόμαστε «ντρεσσαριοτές» των παιδιών μας για μια ζωή τελικά χωρίς πραγματική χαρά και αληθινό νόημα. Το «όραμα της ηδονής» δεν είναι νόημα ζωής κι αυτό το ξέρουν πολύ καλά οι γνήσια πολιτικοποιημένοι νέοι, οι μόνοι που το ξέρουν. Το «όραμα της ηδονής» σαν υποκατάστατο μιας ζωής χωρίς νόημα, έξαρση και ιδανικά οδηγεί αναπόδραστα σε μια φυγή χωρίς τέλος. Φυγή από μια πραγματικότητα, που σε τελευταία ανά­λυση παρά το λούστρο της, τα φτιασίδια της, το βερνίκω-μά της, είναι απάνθρωπη. Φυγή, που εκφράσεις της, το αλ­κοόλ, το πορνό, η βία, η σιωπή, η παθητικσποίηση, η απά­θεια και η αποκτήνωση. Ώσπου το παιδί σε μια επίπονη και μακρόχρονη πάλη, που θα δίνεται σ’ όλα τα επίπεδα – την οικογένεια, τη συνολική κοινωνία, τους μηχανισμούς του κρά­τους – να ξαναποκτήσει την δεκτικότητα του δάσους, αντί να ξεχωρίζει τους διάφορους τύπους αυτοκινήτων από το θό­ρυβο του μοτέρ, ώσπου να ξαναμάθει να χρησιμοποιεί το σώμα του σύμφωνα με τον πολυδιάστατο προορισμό του έως ότου να ξαναδιδαχτεί να ενεργοποιεί κριτικά το μυαλό του, η μάχη θα είναι χαμένη.
Διορθωτικά, περιοριστικά το πράγμα θα ελέγχεται ώς ένα, βαθμό, οι ρίζες όμως, οι πηγές θα παραμένουν άθικτες. Ο αλλοτριωμένος, ο αποξενωμένος, ο υπερπροστατευμένος και ταυτόχρονα υπεραπειλημένος νέος άνθρωπος θα ψάχνει για λύτρωση εκεί, που δεν υπάρχουν παρά μόνο θανάσιμες πα­γίδες. Και θα ψάχνει όλο και περισσότερο όσο τα ψεύτικα υποδείγματα ζωής, που του υποβάλλονται μειώνονται αντί να αυξάνουν την ικανότητα να ζει και να χαίρεται.
Ίσως τίποτα δεν είναι τόσο ενδεικτικό για τη μείωση αυτής της ικανότητας, όσο η γεωμετρική αύξηση των περι­πτώσεων ψυχολογικής σεξουαλικής ανικανότητας ή ψυχρότη­τας των νέων ανθρώπων που επισημαίνουν οι ψυχίατροι στη χώρα μας. Τώρα όσο ποτέ άλλοτε πρέπει, όπως έλεγε ο ποιη­τής, να σηνειδητοποιήσουμε ότι πήραμε τη ζωή μας λάθος και να δούμε πώς και με τι μέσα θα αλλάξουμε ζωή.
Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς τα φαινόμενα, εξελικτικά, αναζητώντας την πορεία και τους συντελεστές της μεταβολής τους. Μόνο μ’  αυτό τον τρόπο, μπορεί νά φτάσει σ’ ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα και να μην μείνει σε μια «φωτογραφική» προσέγγιση της πραγματικότητας όπου βασιλεύει – υποτίθεται – το τυχαίο και το επεισοδιακό.
Σε τελευταία ανάλυση τίποτα δεν είναι τυχαίο, αλλά τα πάντα έχουν βαθιές κοινωνικού χαρακτήρα αξίες και συναρτή­σεις, που συνήθως αρνιόμαστε να δούμε. Βαθιές αιτίες, οι οποίες ακριβώς αποκαλύπτονται όταν δεν εξετάζουμε μεμο­νωμένες περιπτώσεις, αλλά μια ορισμένη κατηγορία εκδηλώ­σεων στο σύνολο τους και στη διαδρομή του χρόνου.
Προκαλούνται αυτές οι σκέψεις όταν διαπιστώνουμε την αλματώδη αύξηση του είδους εκείνου της εγκληματικότητας, που αν δεν ήταν τελείως άγνωστο, πάντως ήταν σπάνιο στη χώρα μας: την ένοπλη ληστεία, το περίφημο χόλντ-απ των Αμερικάνων. ‘ Ενα είδος εγκληματικότητας, που δείχνει ότι και στην Ελλάδα αναπτύσσεται βήμα προς βήμα ο γκαγκστερισμός και γενικότερα μορφές αντικοινωνικότητας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την κάθετη αύξηση της επιθετικότητας, που διαπιστώνουμε κάθε στιγμή στην καθημερινή ζωή με προβλη­ματίζει βαθιά και νομίζω ότι πρέπει να μας προβληματίσει όλους. Σπείραμε ανέμους, θερίζουμε θύελλες· δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Η σύγχρονη ζούγκλα επεκτείνε­ται με ταχύτατους ρυθμούς και το «σκληρό» έγκλημα γίνεται πλέον στοιχείο της καθημερινής μας ζωής. Η κοινωνία μας αφού πέρασε μια φάση γενικής χαλάρωσης των ηθών, με την έννοια ότι κάθε τι, που δεν ερχόταν απευθείας σ’ αντίθε­ση με τον Νόμο κατάντησε να είναι κοινωνικά ανεκτό, οδηγή­θηκε μοιραία στη φάση πολλαπλασιασμού των φαινομένων ανοικτής παρανομίας, που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η πρώτη φάση δεν προετοίμασε τη δεύτερη, ότι οι δυο φάσεις δεν συνδέονται άμεσα και στενότατα  μεταξύ τους.  Ο  αμοραλισμός,  η  κυνικότητα,  η ανομία καλλιεργούν και προετοιμάζουν το έδαφος όπου τελικά φυτρώνει το έγκλημα.
Οσοδήποτε κι αν φαίνεται παράδοξο,η λεγόμενη «κοι­νωνία της αφθονίας» κι ο υπερκαταναλωτισμός «μαλά­κωσαν» και ξέφτισαν τ’ αναχώματα, που κρατούσαν τον γκαγκστερισμό έξω από τη χώρα μας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο γκαγκστερισμός είναι μια μορφή εγκλήματος, που ανθεί α­κριβώς στις κοινωνίες εκείνες που το «ιδεώδες» της κατανάλωσης προωθείται σε υπέρτατη κι αυταπόδεικτη αξία. Η «κοινωνία της αφθονίας» λειτουργεί εξουθενωτικά πάνω στις δυ­νάμεις αναστολής και αυτοσυγκράτησης, που είναι πρωταρ­χικός στόχος κάθε παιδαγωγικού συστήματος. Έτσι άλλωστε εξηγείται ότι νεαρά άτομα κατά κανόνα υιοθετούν αυτές τις μορφές έκνομης δράσης. Είναι γνωστό ότι ο υπερώριμος καπιταλισμός επιβιώνει, αναπτύσσοντας τον υπερκαταναλωτισμό, μαστιγώνοντας τις επιθυμίες γι΄ απόκτηση, πληθαίνοντας τη σπατάλη. Το τίμημα αυτής της επιβίωσης είναι η τρομακτική αύξηση της επιθετικότητας, η παρόξυνση της ανταγωνιστι­κότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, η επίταση της βίας, το «σκληρό» έγκλημα. Τα κοινωνικά υποδείγματα, που προωθεί η «κοινωνία της αφθονίας» είναι βαθιά εγκληματογόνα, διότι συνδέουν την αυτοεκτίμηση και την αυτοεπιβίωση του ανθρώ­που με την ικανότητα του να καταναλώνει και να επιδεικνύε­ται καταναλώνοντας. Κάθε μέσο για την απόκτηση της δυ­νατότητας αυτής γίνεται «θεμιτό» από την στιγμή που κοι­νωνικά αναγνωρίζεσαι και «καταξιώνεσαι» στη βάση αυτής σου της   ικανότητας.   Τα   διαφημιστικά  ερεθίσματα,   τα πρότυπα «επιτυχίας», που προτάσσει η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, ο Τύπος, δεν είναι καθόλου αθώα κι ακίνδυνα, όπως μερικοί επιμένουν να υποστηρίζουν.
Ο σημερινός άνθρωπος και ιδιαίτερα ο αδιάπλαστος άν­θρωπος βρίσκεται κάτω από μια ψυχολογική πίεση που προ­καλεί το με χίλιους δυο τρόπους κι από χίλια δυο κανάλια προβαλλόμενο όραμα της καταναλωτικής «ευτυχίας». Σε τε­λευταία ανάλυση ο άνθρωπος μαθαίνει να ψάχνει γύρω του, δεν ψάχνει μέσα του για να βρει το λόγο της ύπαρξης του και το νόημα της ζωής του. Το αδιάκοπο αυτό κυνήγι του φευγαλέου αυτού οράματος μιας τελείωσης μέσα από την από­κτηση και την κατανάλωση έχει ανυπολόγιστες ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις. Εκεί πρέπει κανείς να αναζητήσει μια από τις σημαντικότερες αιτίες για το άγχος, την επιθετικότητα, την έλλειψη ανθρώπινης επικοινωνίας και τη νεύρωση, αλλά και τον ψυχρό κυνισμό και το έγκλημα. Η αίσθηση της κοινω­νικής αδικίας δημιουργεί μεταρρυθμιστές ή επαναστάτες. Το καταναλωτικό όμως, «όραμα» γεννάει όλες τις μορφές κοινωνικής παθογένειας, από την ανηθικότητα ώς το έγκλη­μα, κι αυτό είναι κάτι, που δεν αντιμετωπίζεται αποτέλεσματικά με τη βελτίωση των μέτρων καταστολής, με την κα­λύτερη αστυνόμευση, αλλά με την ανάπτυξη άλλων ανθρωπι­νότερων κι ουσιαστικότερων αξιολογιών.
Χωρίς καλά-καλά να το συνειδητοποιούμε δάσκαλοι, δημο­σιογράφοι, ηγέτες της κοινής γνώμης, τύπος και κόμματα λειτουργούμε μέσα στο πλαίσιο και με τις προδιαγραφές της «κοινωνίας της αφθονίας» αντί, όπως θά “πρεπε, να κηρύσσου­με προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η ζωή είναι κάτι απέραντα ουσιαστικότερο, σημαντικότερο κι ωραιότερο από τον κατανα­λωτικό πυρετό. Δύσκολο βέβαια σε μια κοινωνία, που λει­τουργεί σ’ όλη την γραμμή σ’ αυτή την βάση να δημιουρ­γηθούν αντισταθμίσματα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε δικαίωμα να παραιτηθούμε, ακόμη και κάτω από τις σημερι­νές, τις τόσο αρνητικές συνθήκες.
Υπάρχουν αναμφισβήτητα τεράστια θέματα συλλογικής ευθύνης, γύρω από το παιδί στον 20ό αιώνα, θέματα ευθύ­νης της παγκόσμιας κοινωνίας, των Διεθνών Οργανισμών, των κρατών και των συλλογικού χαρακτήρα κοινωνικών φο­ρέων.
Τέτοια θέματα, όπως η πείνα, η παιδική θνησιμότητα, οι παιδικές αρρώστιες κι επιδημίες, το παιδί σε σχέση με το φυ­σικό και κοινωνικό περιβάλλον, τα προβλήματα της ενηλικίω­σης και της εφηβείας κ.ο.κ. δίκαια απασχολούν στο έτος του παιδιού τους ανθρώπους από τη μια άκρη της υδρογείου ώς την άλλη.
Όμως η υπόμνηση των ζωτικής σημασίας για το μέλλον του ανθρώπου, προβλημάτων, που αναφέρονται στο παιδί επι­βάλλουν αντιμετωπίσεις, που απαιτούν συνείδηση της ευθύνης και σύμπραξη όλων μας, ολόκληρης της γενιάς των «γονιών». Μια σύμπραξη, βέβαια, που προϋποθέτει μια έντιμη παραδοχή των αδυναμιών και ατελειών, ακόμα και της ασυναρτησίας του κόσμου μέσα στον οποίο υποχρεώνουμε το παιδί της επο­χής μας να ζει και ν’ αναπτύσσεται. Η οπτική αυτή, η ο­ποία αναμφισβήτητα παραλλάσσει από τόπο σε τόπο αφορά πρωταρχικά και κύρια στις χώρες εκείνες, που έχουν λύ­σει τα βασικά προβλήματα επιβίωσης, τις χώρες υψηλής βιοτικής στάθμης, τις λεγόμενες αναπτυγμένες ή «εν αναπτύ­ξει» χώρες, τις κοινωνίες της «αφθονίας», στις οποίες κα­τατάσσεται – καλώς ή κακώς – και η δική μας.
Στις κοινωνίες αυτές έχουν γεννηθεί νέες μορφές α-πανθρωποποίησης, που πριν απ’ όλα θίγουν τα παιδιά και την ομαλή τους εξέλιξη. Θ’ αποτελούσε αδικαιολόγητο στρου­θοκαμηλισμό να μην επισημάνουμε ότι από τις κοινωνίες αυτής της κατηγορίας η δική μας συγκεντρώνει τα πιο αρνη­τικά χαρακτηριστικά όσον αφορά το παιδί, παρά το γεγονός ότι ανήκουμε στους λαούς εκείνους, που και περιβάλλουν και αγαπάνε με πάθος το παιδί. Εδώ όμως, ίσως ακριβώς γι” αυτό έχουμε αντιληφθεί λιγότερο απ’ οπουδήποτε αλλού ότι η υπερβολή της αγάπης και της φροντίδας γίνεται κλοιός ασφυκτικός, που περιτέμνει και στρεβλώνει ανεπανόρθωτα τον χώρο αυτονομίας του προσώπου ήδη σ’ αυτήν την πρώτη φάση της ζωής του.
Αυτό, που παλιότερα εκδηλωνόταν σαν άμεση και αυ­ταρχική καταπίεση, σήμερα εκφράζεται έμμεσα σαν αφό­ρητα πιεστική προστατευτική παρουσία, που ελαχιστοποιεί το πεδίο ελεύθερης κίνησης και αυτοπραγμάτωσης του παι­διού.
Με τον τρόπο αυτό φυσικά χάνει το αληθινό νόημα της η αγωγή, που δεν μπορεί να είναι παρά αγωγή για ελευ­θερία. Το παιδί ασφυκτιά μέσα σ’ ένα πλέγμα «προστα­τευτικών» επιλογών, που δεν είναι δικές του και δεν του δί­νεται σε τελευταία ανάλυση καμιά ευκαιρία να γνωρίσει τον πραγματικό ευατό του και τις αληθινές δυνατότητες του. Η προσωπικότητα του παιδιού διαμορφώνεται σαν προέκτα­ση της δικής μας προσωπικότητας και μάλιστα με το συνειδη­τό η υποσυνείδητο αίτημα να μας «ξεπεράσει», δηλαδή να φτάσει εκεί όπου εμείς δεν μπορέσαμε να φτάσουμε, πράγμα που πραγματικά σημαίνει να πραγματοποιήσει ό,τι για μας στάθηκε άπιαστο και φευγαλέο, από ψυχολογική άποψη απωθημένο.
Δεν θα πρέπει λοιπόν ν’ απορούμε γιατί τα παιδιά ε­παναστατούν, αφού «τα έχουν όλα , αφού τους τα δίνου­με όλα, ενώ εμείς… κλπ. κλπ.».
Όπως και δεν θα πρέπει να απορούμε όταν τα παιδιά μας  – αναπτυγμένα μέσα σ’   αυτό το υπερπροστατευτικό και ταυτόχρονα καταπιεστικό κλίμα – «σπάνε» εύκολα όταν ενηλικιώνονται κι είναι ανίκανα ν’ αντιμετωπίσουν κάθε αντι­ξοότητα ή νά δεχτούν τον οποιοδήποτε λογικό περιορισμό της «ατομικότητας» τους, από την στιγμή που καλλιεργού­με στο έπακρο την ιδέα μιας ψεύτικης παντοδυναμίας γύρω από κάθε παιδί.
Ένα από τα λάθη μας είναι ότι νομίζουμε ότι τα δίνου­με όλα στα παιδιά μας. Τους δίνουμε πάρα πολλά, υπερβολικά πολλά, όχι όμως τα ζωτικά και αναγκαία για την ισόρροπη ανάπτυξη τους. Εκεί ακριβώς, που υποτίθεται ότι υπάρχει η υψηλή στάθμη της ζωής μας – οι μεγάλες πόλεις – εκεί έχουμε καταφέρει να στερήσουμε τα παιδιά από κάθε δυνατότητα φυσιολογικής τους εξέλιξης.
Οι αντικειμενικές απαγορευτικές καταστάσεις έχουν αφαι­ρέσει από το παιδί το α και το ω της ύπαρξης του: την κίνη­ση. Φυλακισμένα τα παιδιά σε πολυτελή διαμερίσματα ή σε άθλιους τετραγωνισμένους λιθόκτιστους χώρους χάνουν βήμα-βήμα την αίσθηση της φύσης και στο τέλος κι αυτή την υγιά αίσθηση του σώματος τους. Του σώματος τους, που οι ανα­θρεμμένοι με το σύνδρομο της πείνας γονείς, τους μαθαί­νουμε ότι είναι χρήσιμο μόνο σαν υπερτροφική καταναλωτι­κή μηχανή, προκαλώντας έτσι έναν ακόρεστο «κοιλιοκεντρισμό», μια παράταση της στοματικής φάσης στο διηνεκές, θα έλεγε ο Φρόυντ.
Απλόχερα τους χαρίζουμε μηχανικά παιχνίδια, που είναι ζή­τημα αν τα χαίρονται μια-δυο ώρες, για να αναπληρώσουμε -αν είναι ποτέ δυνατό – την ανάγκη τους να τρέξουν, να πη­δήσουν, να λασπωθούν, να πιάσουν χώματα σ’ ελεύθερους χώ­ρους. Χώρους, που απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά με απο­τέλεσμα εκατοντάδες παιδιά να συνωθούνται τραγικά στις λε­γόμενες «παιδικές χαρές». Σπίτια βεβαίως, χωρίς κήπους, αλλά και χωρίς τον παραμικρό ανοιχτό χώρο που να προορί­ζεται για τα παιδιά όπως παντού προβλέπουν στην Ευρώπη, στενά μπαλκόνια – αποθήκες και χωρίς ένα πράσινο κλαρί, αυτά προσφέρουμε στα παιδιά μας στις «μοντέρνες» πόλεις μας.
Ο δρόμος θανάσιμα επικίνδυνος με τις στρατιές των αυτο­κινήτων γίνεται και εχθρικός στο παιδί, που «ενοχλεί» τους περιοίκους όταν τολμήσει να κλωτσήσει λίγο μπάλα. Υπάρχει σε κάθε σπίτι με ένα κάπως μεγαλύτερο παιδί πολυτελές ποδήλατο με δέκα ταχύτητες, άχρηστο στην ουσία, κίνδυνος θάνατος για τη ζωή του όταν τολμήσει να το χρησιμοποιή­σει στο δρόμο. Κλουβιά, λοιπόν, πολυτελείας ή «λαϊκής» κα­τασκευής κατοικίες από το ένα μέρος και σχολεία με στενόκαρδες αυλίτσες, χωρίς γυμναστήρια ή έστω επαρκείς ελεύθερους χώ­ρους παιδιάς και άσκησης από το άλλο αυτά προσφέρου­με στα παιδιά μας, που υποτίθεται ότι «τους τα δίνουμε ό­λα». Παχύσαρκα και άτονα ή υπερνευρικά, απαιτητικά και επιθετικά κυκλοφορούν όλη την βδομάδα κυριολεκτικά μέσα στα πόδια μας και τα εκνευρίζουμε και μας εκνευρίζουν αφό­ρητα.
Απομένει η αναμονή ενός Σαββατοκύριακου σαν λυτρωτι­κό όραμα με πρωταγωνιστή το βασιλιά – αυτοκίνητο όπου ξοδεύουμε ώρες και ώρες για να φτάσουμε κατάκοποι σ’ έναν προορισμό όπου και πάλι συνωθούμεθα και υπερσιτιζόμα-στε αφού κι εμείς και τα παιδιά μας έχουμε ξεμάθει να χαιρόμαστε πραγματικά τη φύση και το ύπαιθρο.
Το αυτοκίνητο επίκεντρο της ζωής μας, που, καθόλου παροδικά και τυχαία είναι το κύριο αντικείμενο των συ­ζητήσεων των παιδιών, μεταφέρει αυτούσιο το άγχος και το συνωστισμό της πόλης στα σημεία των «εξόδων» του Σαβ­βατοκύριακου όπου και πάλι το παιδί, δεν μπορεί, γιατί δεν τό ‘χει μάθει στην καθημερινή του ζωή, να ξεδίνει όπως θα ‘πρεπε.
Αυτά και άλλα πολλά θά ‘πρεπε να ξανασκεφτούμε όταν ισχυριζόμαστε ότι «τα δίνουμε όλα στα παιδιά» και να αρ­χίσουμε έναν αγώνα για το παιδί στην κοινωνία μας της «αφθο­νίας» μ’ άλλα ανθρωπινότερα κριτήρια. Ανθρωπινότερα κρι­τήρια, που σημαίνει ανατροφή πολυδιάστατων ελεύθερων ανθρώπων κι όχι ακόρεστων καταναλωτικών τεράτων με τρο­μακτικές σωματικές και ψυχικές υπολειτουργικότητες. Γνή­σια ελεύθερων ανθρώπων και όχι αρπακτικών ανικανοποίητων ορνέων που έχουν εσωτερικεύσει το στοιχείο της υπευθυνό­τητας, το στοιχείο ακριβώς εκείνο, που χαρακτηρίζει τον άν­θρωπο, που μια σωστή αγωγή τον προετοίμασε όχι μόνο να παίρνει, αλλά και να δίνει στο ατομικό και το συλλογικό επίπεδο.
Η κοινωνία της «αφθονίας» τοποθετείται σ’ ένα γενικότε­ρο πλαίσιο αναφοράς της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονο­μίας, η οποία ήδη μεταβάλλεται ραγδαία.
Η όλη λειτουργία της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικο­νομίας μεταπολεμικά στηρίχτηκε στην καλλιέργεια του υπερκαταναλωτισμού στις αναπτυγμένες αγορές. Η μετατροπή των καπιταλιστικών οικονομιών σε πολεμικές, στο πλαίσιο του δευ­τέρου παγκοσμίου πολέμου, τους έδωσε τη δυνατότητα να ξεπεράσουν τη μεγάλη κρίση της δεκαετίας του 1930 και τα επακόλουθα της (ανεργία, υποαπασχόληση του παραγωγικού εξοπλισμού κ.ο.κ.). Το τέλος του πολέμου θα σήμαινε και το τέλος της τεχνητής αυτής-«ευφορίας», την επάνοδο σ’ ένα καθεστώς υπολανθάνουσας κρίσης και στασιμότητας. Τον κίν­δυνο αυτό ήρθε να προλάβει η προώθηση των οικονομιών της «αφθονίας» σ’ όλη την καπιταλιστικά ελεγχόμενη περιοχή. Στη βάση αυτή σημειώθηκε μια άνοδος των καλούμενων «δευτερο­γενών» αναγκών σε μια κλίμακα πρωτοφανή και η πολυτελής διαβίωση μέσα σε μια καθολική ατμόσφαιρα σπατάλης τοπο­θετήθηκε, όχι απλά σαν θεμιτός, αλλά και σαν από κάθε ά­ποψη θετικός στόχος. Η σπατάλη έγινε λειτουργικό στοιχείο της καθημερινής ζωής μας, γεγονός που επέτρεψε την πλήρη απασχόληση σ’ ένα πρώτο στάδιο και τη ραγδαία ανάπτυξη σ’ ένα επόμενο, της παραγωγικής βιομηχανίας των καπιταλι­στικών οικονομιών. Προϋπόθεση όμως της ανάπτυξης των οικονομιών της σπατάλης είναι από το ένα μέρος η ύπαρξη άφθονων πρώτων υλών και από το άλλο ο πλήρης έλεγχος των πηγών των πρώτων αυτών υλών. Και οι δύο αυτές όψεις του προβλήματος τοποθετούνται σήμερα διαφορετικά απ’ ό,τι πριν από μια δεκαετία, δεδομένου ότι αφ’ ενός η ίδια η καταναλωτική σπατάλη προκάλεσε μια πολύ μεγάλη μείωση των αποθεμάτων πρώτων υλών, αφ’ ετέρου ο καπιταλιστι­κός πολιτικοστρατιωτικός έλεγχος των χωρών που παράγουν πρώτες ύλες κάμφθηκε, σαν αποτέλεσμα και νικηφόρων εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και της παρουσίας του σοσια­ιστικού στρατοπέδου.
Η κρίση, που ξέσπασε με αφορμή το πετρέλαιο – του ο­ποίου, με τους σημερινούς ρυθμούς κατανάλωσης, τα παγκόσμια αποθέματα θα εξαντληθούν ως το 2010 – είναι μοιραίο να γενικευθεί, ανατρέποντας και το είδος της ζωής, που εί­χαμε συνηθίσει να θεωρούμε αυτονόητο.
Η περιστολή των ιδιωτικών μέσων μεταφοράς είναι, βέ­βαια, η πρώτη και οφθαλμοφανέστερη συνέπεια, που θα ακο­λουθηθεί από περιορισμούς, που θα έχουν σαν πρώτο θύ­μα την ασύδοτη καναταλωτική σπατάλη. Βεβαίως σε μια κοινωνία ανισότητας σαν τη δική μας, το βάρος των περιο­ρισμών θα το υποστούν οι ασθενέστερες εισοδηματικές τά­ξεις και ο κίνδυνος μιας μονομερούς λιτότητας είναι προ­φανής από τη στιγμή, που’ το κόστος της ικανοποίησης ό­λων των μη ζωτικών αναγκών θ’ ανέβει κάθετα. Ακριβώς γι” αυτό, το αίτημα για ριζικές αναδιαρθρώσεις σοσιαλιστικού τύπου θα γίνει – κάτω από τις νέες προϋποθέσεις – επι­τακτικότερο παρά ποτέ.
Μια δεύτερη εξίσου σημαντική άποψη του θέματος είναι η αναγκαιότητα ανάπτυξης της έρευνας και της τεχνολογίας, με στόχο την εξεύρεση και την αξιοποίηση νέων – κατά το δυνατό εγχώριων – πηγών ενέργειας. Ο τόσο εμπαιγμένος μα­κροχρόνιος σχεδιασμός της παραγωγής, σε βάρος πάντοτε της άμεοης κατανάλωσης, γίνεται πλέον αίτημα επιβίωσης, που θα συνεπιφέρει σοβαρότατες παρεμβάσεις σ’ όλα τα «μοντέ­λα» της καθημερινής μας ζωής. Αυτό γιατί θα χρειαστούν πα­ραγωγικές επενδύσεις σε έργα υποδομής σε μια κλίμακα, που ουδέποτε έγιναν σε χώρες της λεγόμενης «καπιταλιστικής περιφέρειας», όπως είναι η δική μας.
Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στις τεράστιες ανακατατάξεις, που υποχρεωτικά πλέον θα γίνουν, ο λεγόμε­νος τριτογενής τομέας – εμπόριο, μεσολάβηση, υπηρεσίας κλπ. – θα υποστεί μεγάλα πλήγματα και οι άνθρωποι θ’ αναγκα­στούν βαθμιαία να ξεναγίνουν παραγωγικότεροι. Η τελευταία αυτή διαπίστωση έχει μεγάλη σημασία και για την κατεύ­θυνση, που πρέπει να δοθεί στην Παιδεία από το κράτος και για τις επαγγελματικές επιλογές στο ατομικό επίπεδο. Μαζί με το τέλος των κοινωνιών της «αφθονίας», σημαίνει και το τέλος της βασιλείας των «άσπρων γιακάδων» που κυριάρ­χησαν στην κοινωνική μας εικόνα μεταπολεμικά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘ 70 στις καπιταλιστικές κοινωνίες εγκαταλείπεται η «ιδεολογία» του καταναλωτισμού και της αφθονίας μπροστά σε μια νέα αμείλικτη πραγματικότητα, που διαμορφώνει η συνεχώς διευρυνόμενη οικονομική κρίση.
Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: